Συνέντευξη στο TaR – Διαδικτυακό Μουσικό Περιοδικό

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην Τίνα Βαρουχάκη

Μουσικός και μουσικολόγος, κλασικός κιθαριστής και συνθέτης, μουσικός παραγωγός και στενός συνεργάτης σπουδαίων Ελλήνων συνθετών και ερμηνευτών. Ο Μανόλης Ανδρουλιδάκης, είναι από τους πιο ευαίσθητους και ταλαντούχους μουσικούς της γενιάς του.

Η μουσική «συνομιλεί» μαζί του τόσο ως Τέχνη, καθότι διπλωματούχος κλασικής κιθάρας και ανώτερων θεωρητικών, όσο και ως Επιστήμη, δεδομένου ότι υπήρξε απόφοιτος, αλλά και επιστημονικός συνεργάτης του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.).

Από το πλούσιο μουσικό και επιστημονικό του υπόβαθρο, αναδύονται υπέροχες διασκευές έργων συνθετών (εντός και εκτός συνόρων) που ο ίδιος ακούει εξ απαλών ονύχων-μουσικά βιώματα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής του αισθητικής.

Οι εκλεπτυσμένες διασκευές του, δεν προσφέρουν απλώς νότες αισιοδοξίας στη ζωή κάθε φιλόμουσου. Συμβάλλουν στη διάδοση κλασικών Ελληνικών έργων στη νέα γενιά, ενώνοντας το «παλαιό», με το «νέο» και το «κλασικό» με το σύγχρονο. Τραγούδια που αναδύθηκαν από τις συνθήκες μιας άλλης εποχής, μετουσιώνονται σε σύγχρονα, καλαίσθητα ακούσματα, που αναδεικνύουν περίτρανα τις δυνατότητες της κλασικής κιθάρας. Προσαρμοσμένα στη σύγχρονη (αλλά όχι την κυρίαρχη) αισθητική, κατορθώνουν να συγκινήσουν τις παλαιότερες γενιές και να επηρεάσουν τις νεότερες, δημιουργώντας ευοίωνες προοπτικές για τη συνέχεια της ελληνικής μουσικής.

Λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του πολύ ενδιαφέροντος ηχογραφήματος “Greek Cinema Music For Classical Guitar”, που όπως σημειώνεται στο σχετικό δελτίο τύπου, περιλαμβάνονται «παγκόσμια αναγνωρίσιμες μελωδίες» κορυφαίων Ελλήνων συνθετών, Βαγγέλη Παπαθανασίου, Μίκη Θεοδωράκη, Μάνου Χατζιδάκι, Σταύρου Ξαρχάκου κ.ά., ο κ. Ανδρουλιδάκης μιλάει στο www.tar.gr, για την επικείμενη κυκλοφορία του νέου του cd, με τίτλο: «Ανθολογία για κιθάρα». Πρόκειται για «δέκα κιθαριστικές αποδόσεις της μουσικής των Σαββόπουλου, Περίδη, Λεοντή, Λοΐζου, Ζαμπέτα, Χιώτη, Ξαρχάκου και Θεοδωράκη», μας εξηγεί ο ίδιος και ελπίζει σε: «μια καλή παρουσίαση με κόσμο».

Ας ελπίσουμε το συντομότερο δυνατόν να ξεπεραστούν οι αντίξοες συνθήκες της πανδημίας και η ευχή του να γίνει πραγματικότητα.

«Το βασικό πολιτικό – πολιτιστικό δίλημμα είναι το εξής: στηρίζεις τον πολιτισμό, την παιδεία και την αφύπνιση των πολλών ή στοχεύεις στην αποχαύνωσή τους για να μη σηκώνουν κεφάλι; Επιδιώκεις, δηλαδή, να έχεις ως ακροατήριό σου ανθρώπους με επίπεδο, που έχουν κρίση και κρίνουν ή ανίδεους χειροκροτητές, που άγονται και φέρονται; Θες να τραγουδιέται η μελοποιημένη ποίηση ή τα απολιτίκ δίποδα να κομπάζουν για την αμορφωσιά τους και να εξαντλούν τη σχέση τους με το τραγούδι και τη μουσική στα τσιφτετέλια και στα πανηγυριώτικα κλαρίνα με έκο;

Τι κάνουμε, λοιπόν, από τη μεριά μας

Τ.B. Eίστε κλασικός κιθαριστής, μουσικολόγος, καθώς και συνθέτης. Γιατί επιλέξατε την κλασική κιθάρα;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Πιθανόν με επηρέασε το ότι υπήρχε στο σπίτι μία κιθάρα, που κανείς δεν ήξερε να κουρδίσει και θεωρούσα δεδομένο, από πολύ μικρή ηλικία, ότι μεγαλώνοντας θα γνωρίζω να παίζω. Σίγουρα ήταν καταλυτική για μένα μια συναυλία των Ζώη-Ασημακόπουλου. Όταν ο Ευάγγελος Ασημακόπουλος έπαιξε το Recuerdos de la Alhambra, μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, που αποφάσισα ότι κάποτε θα μπορώ να το παίξω κι εγώ. Ούτως ή άλλως, η κλασική κιθάρα, ειδικά τη δεκαετία του 80, ήταν πολύ δημοφιλής.

Σε σχέση με τα υπόλοιπα, ήταν ευτυχής η συγκυρία του ότι ο πρώτος σημαντικός δάσκαλός μου στην κιθάρα, ο Νότης Μαυρουδής, είναι και αυτός συνθέτης.

Τ.Β. Οι Πανεπιστημιακές σπουδές σας, κατά πόσον νομίζετε ότι επηρέασαν το προφίλ σας ως μουσικού και τραγουδοποιού;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Ως μουσικό, πολύ, λόγω της συνύπαρξής μου με αξιόλογους μουσικούς στην ηλικία μου. Κάποιοι από τους συμφοιτητές μου ήταν ήδη από τότε εξαιρετικοί και διαγράφουν σημαντικές καλλιτεχνικές πορείες. Οι καθηγητές, το ακαδημαϊκό κλίμα, ο τρόπος δουλειάς σε μια πανεπιστημιακή σχολή, η έντονη διάθεση για έρευνα, η ελεύθερη σκέψη και η εκτός ωδειακών στεγανών μελέτη και βιβλιογραφία, με βοήθησαν ν’ ανοίξω τους ορίζοντες μου. Αυτή η ώθηση και το μεράκι που βίωσα ως φοιτητής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), αναθερμάνθηκε και όταν δίδαξα στο ίδιο Τμήμα. Εδώ έμαθα να δουλεύω με προσοχή, μεθοδικότητα και σωστή αξιοποίηση του χρόνου. Εκτός πανεπιστημίου, αλλά την ίδια χρονική περίοδο, είδα αντίστοιχη μεθοδικότητα, κυρίως ως προς στο performance, στον έτερο δάσκαλό μου στην κιθάρα, τον Κώστα Κοτσιώλη.

Ως προς την ιδιότητα του τραγουδοποιού, θέλω να σας πω ότι ο τρόπος δουλειάς μου, είτε πρόκειται για τη δημιουργία ενός τραγουδιού, είτε πρόκειται για ένα συμφωνικό έργο είναι πάνω – κάτω ο ίδιος. Το πρωτογενές υλικό προκύπτει από τον κόσμο «των αισθήσεων και των παραισθήσεων» και η επεξεργασία και η φόρμα του από την καλή γνώση του αντικειμένου.

Τ.Β. Ποια ήταν τα πρώτα μουσικά σας ακούσματα;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Οι μουσικές μου αναμνήσεις από τη νηπιακή ηλικία προέρχονται από το ραδιοκασετόφωνο: ο Μπιθικώτσης στη «Μαργαρίτα Μαργαρώ», ο Ξυλούρης στο «Καπνισμένο τσουκάλι» και στα ριζίτικα, τα τραγούδια της Σύμης από το ραδιοφωνάκι της γιαγιάς μου Αστραδενής, η «Απαγωγή» με τη Λίντα, ο Μητσιάς στο «Κορίτσι με τα παντελόνια», η Νταντωνάκη με τον Ψαριανό στα «Λιανοτράγουδα», ο Καζαντζίδης να «φεύγει με πίκρα στα ξένα», ο «Άγιος Φεβρουάριος» του Μούτση, ο «Δρόμος» του Πλέσσα, τραγούδια που και σήμερα όταν τα ακούω, συγκινούμαι. Μαζί με αυτά, μουσική από λύρες και λαούτα στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου. Φυσικά, υπήρχαν και ποπ του συρμού και ελαφρολαϊκά που δε μου άρεσαν ούτε τότε, ούτε σήμερα.

Τ.Β. Το 2016 διασκευάσατε και ηχογραφήσατε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη για κλασική κιθάρα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τη συνεργασία σας με τον σπουδαίο Μουσουργό;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Η τιμητική πρόταση για το cd «Μυρτιά» έγινε από την FM Records του Νίκου Κούρτη, κατόπιν επιθυμίας του συνθέτη για μια νέα κιθαριστική εκδοχή του έργου του. Ήταν σημαντική η συμβολή του Μιχάλη Κουμπιού και του ηχολήπτη Νίκου Ασημάκη σε αυτήν την παραγωγή. Οι διασκευές των τραγουδιών της συλλογής (μέρος της παιδικής μνήμης, που προανέφερα), προέκυψαν αβίαστα, σχεδόν αυτοσχεδιαστικά. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός, που, από την πρώτη συζήτηση μέχρι την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων είναι ζήτημα αν πέρασε μήνας.

Για το Μίκη Θεοδωράκη, τι να πει κανείς; Ένας ζωντανός θρύλος με εκθαμβωτική προσωπικότητα, με μια ζωή μυθιστορηματική και εργογραφία εντυπωσιακή σε όγκο και ποικιλία. Πέραν τούτου, έχει χιούμορ, χαλαρή διάθεση και ενδιαφέρεται για την επικαιρότητα.

Τ.B. Έχετε συνεργαστεί με πολλούς συνθέτες και ερμηνευτές. Υπάρχει κάποια συνεργασία που θεωρείτε ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα σταδιοδρομία σας;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Η μεγαλύτερη επιρροή, τελικά, έχει να κάνει λιγότερο με το έργο και την τεχνική και περισσότερο με τη στάση ζωής και το ήθος των συνεργατών. Αυτό που έμαθα, είναι ότι σημαντικότητα και σεμνότητα πάνε μαζί. Από ερμηνευτές, η Μαρία Δημητριάδη και ο Μανώλης Μητσιάς είναι αυτοί που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό αυτά που κάνω. Και οι δύο, με ωθούσαν εξαρχής να συνθέτω και να τραγουδώ.

Ως προς το τραγούδι, με επηρέασαν, ο τρόπος που είδα να δουλεύει τα τραγούδια του, στη σύντομη συνεργασία μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η συμβουλή του Χρήστου Λεοντή να συνθέτω τις μελωδίες των τραγουδιών μου χωρίς να κρατώ όργανο, «όπως τραγουδά η νοικοκυρά, όταν κάνει τις δουλειές», η ατάκα περί «μεγαλειότητας της απλότητας» του Μαυρουδή αλλά και η ακατάπαυστη εφηβική δημιουργικότητα του Μαμαγκάκη. Κοινά χαρακτηριστικά τους, η προσήλωση στη δουλειά, ο σεβασμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν το τραγούδι, η έλλειψη εφησυχασμού και η συνεχής αναζήτηση.

Πολύ σημαντική, για μένα, η συνεργασία με το στιχουργό Δημήτρη Λέντζο, έναν άνθρωπο με χιούμορ, ενθουσιασμό και τέτοια αυτοπεποίθηση στις δημιουργίες του, που, ενώ ότι γράφει είναι καλοδουλεμένο, δεν διστάζει να αλλάξει κάποιο στίχο ακόμη και την ώρα της ηχογράφησης, αν προκύψει κάτι καλύτερο – θεωρώ ότι στο studio οφείλεις να πας πολύ καλά προετοιμασμένος, αλλά πρέπει να είσαι ανοιχτός στο απρόβλεπτο ή σε μια ιδέα που θα προκύψει κατά την ηχογράφηση.

Γενικά, από κάθε συνεργασία παίρνεις πράγματα – δεν αναφέρομαι μόνο στους γνωστούς τραγουδιστές ή τους δημιουργούς. Προσωπικά, έχω βελτιωθεί από τη συμπεριφορά και την κριτική των συναδέλφων μου μουσικών, αλλά και από την συνέπεια, την ενθάρρυνση και τον επαγγελματισμό της συνεργάτιδάς μου, Μαρίας Βλάχου.

Κλείνω με δυο ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους: η καθοδήγηση και η συμπεριφορά του «ροκά» Γιάννη Σπάθα υπήρξαν εξίσου σημαντικές με αυτές του καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο, «λόγιου» συνθέτη Χρήστου Σαμαρά – ένας «λόγιος» συνθέτης που, παρότι βυθισμένος στην υψηλή τέχνη, δε σνομπάρει ένα ωραίο λαϊκό τραγούδι ή μια πιο «γήινη» μελωδική γραμμή.

Τ.B. Aνεξάρτητα από το ποιες περίοδοι θεωρούνται ιστορικά ως «λαμπρές» για το Ελληνικό Τραγούδι, στη δική σας συνείδηση, υπάρχουν περίοδοι που θα χαρακτηρίζατε ως «Μεσαίωνα» και άλλες που θα χαρακτηρίζατε ως «Αναγέννηση» για το Ελληνικό Τραγούδι;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Θεωρώ, ότι υπήρξε «αναγέννηση» με τους ρεμπέτες και τους πρόσφυγες μουσικούς. Υπήρξε με τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τους επιγόνους τους. Νέα πνοή έφερε ο Σαββόπουλος, αλλά και ο Σπανός και ο Άκης Πάνου και ο Ρασούλης με τον Παπάζογλου. Ο Μικρούτσικος, ο Κραουνάκης και οι Κατσιμίχα, ο Περίδης, ο Θηβαίος, ο Μάλαμας και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης – για να πω κάποια σκόρπια ονόματα. Ο καθένας τους έβαλε το λιθαράκι του να πάει το τραγούδι σε καινούργια μονοπάτια.

Ακόμη και επί χούντας που το κιτς προβλήθηκε συνειδητά, βγήκαν τα πιο αριστουργηματικά και μη συμβατικά τραγούδια.

Όπως, λοιπόν σε κάθε εποχή, που έχει τα διαμάντια και τα σκουπίδια της, έτσι και σήμερα, υπάρχουν ταλαντούχοι και μέτριοι δημιουργοί. Δυστυχώς, κάποιοι εκ των μέτριων έχουν προνομιακή μεταχείριση από τα ΜΜΕ. Ίσως πραγματικά, να βιώνουμε έναν μεσαίωνα ευτέλειας και αναξιοκρατίας, με βομβαρδισμό από προϊόντα υποδεέστερης κουλτούρας και με κατάχρηση της λέξης «καταπληκτικός» από ραδιοφωνικούς παραγωγούς για αδιάφορα τραγούδια βγαλμένα από εταιρείες συνδεδεμένες με ομφάλιο λώρο με τα μέσα στα οποία εργάζονται οι εν λόγω παραγωγοί. Σε συνδυασμό, λοιπόν, με το ότι ο περισσότερος κόσμος δεν διαβάζει βιβλία, βολεύεται μες την άγνοιά του, αρνείται να ψαχτεί και να δει πέρα από τη μύτη του και από αυτά που του σερβίρουν στην (ιδιωτική, κυρίως) τηλεόραση, ψηφίζει όπως ψηφίζει και καταναλώνει όπως καταναλώνει, θα έλεγα ότι, μάλλον, δεν περνάμε «λαμπρή» περίοδο. Η όποια προσπάθεια «αναγέννησης» θάβεται κάτω από τη λάσπη αποτυχημένων επανεκτελέσεων και διασκευών (στην καλύτερη) ή κάτω από στοίβες άθλιας αισθητικής τραγουδιών (στην χειρότερη).

Τ.Β. Πιστεύετε ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία (Δημόσια και Ιδιωτική) συμβάλλει προς την κατεύθυνση ανάδειξης του Ελληνικού Τραγουδιού και στην προβολή του συνόλου του υλικού που ηχογραφείται;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Συνεχίζουμε, λοιπόν, από την προηγούμενη ερώτηση. Μεμονωμένοι παραγωγοί υπάρχουν ακόμα, κυρίως στα κρατικά, που αναπαράγουν τα παλαιότερα και ψάχνουν τα νεότερα, χωρίς στεγανά. Δε νομίζω, όμως, ότι υπάρχει κεντρική κατεύθυνση για την προώθηση και ανάδειξη του καλού Ελληνικού τραγουδιού. Ειδικά στα ιδιωτικά οι κατευθύνσεις που δίνονται από τις δισκογραφικές έχουν στόχο τη στήριξη των «δικών τους» καλλιτεχνών, αποκλείοντας τους υπόλοιπους. Γενικότερα, το καλό τραγούδι δεν είναι «μιας χρήσης» και συχνά χαλά την ευφορία της εύπεπτης σαχλαμάρας και το μελοδραματισμό του σκυλάδικου, που ζει και βασιλεύει στους ιδιωτικούς και στους επαρχιώτικους ραδιοσταθμούς, με τη μορφή ευτελούς ποπ και άθλιων νεο-δημοτικών. Υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα είναι, μάλλον, απογοητευτική. Και, πέρα από τα του τραγουδιού, δε θα μπορούσα να αγνοήσω το γεγονός ότι ήταν η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, αυτή που πρώτη παρουσίασε το κοντσέρτο μου «Πέντε Μινιατούρες για κιθάρα και έγχορδα» και το ότι η ΕΡΤ μεταδίδει (έστω σε μικρό ποσοστό) λόγια μουσική, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά.

Τ.Β. Σε μια συνέντευξή σας έχετε αναφέρει, μεταξύ άλλων, το εξής: “Φοβάμαι ότι η κυρίαρχη ιδεολογία ανέχεται, για να μην πω επικροτεί, την πολιτιστική ένδεια και γίνεται αντιληπτό ότι, σε αυτές τις συνθήκες, υπάρχει ελάχιστος χώρος όχι μόνο για τους κιθαρίστες, αλλά για όλους τους φορείς και τις εκφράσεις του πολιτισμού”. Ποια πιστεύετε ότι είναι τα στοιχεία που συγκροτούν την «πολιτιστική ένδεια» και τι προτείνετε ως ένα ισχυρό αντιστάθμισμα;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Οι πολιτιστικές επιλογές συμβαδίζουν με τις πολιτικές επιλογές. Σε ότι αφορά τον δικό μας μικρόκοσμο, βλέπουμε ότι η χάραξη πολιτιστικής πολιτικής βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων μοροζίνιας αντίληψης. Αν κάνω λάθος και οι κρατούντες διαβάζουν φιλοσοφία, ακούν κλασική μουσική και συγκινούνται από σπουδαίους πίνακες και ποιήματα, τότε τα πράματα είναι χειρότερα, γιατί, τότε, είναι συνειδητή η επιλογή ευτελισμού της αισθητικής των πολλών. Βλέπω να επιβάλλεται πολιτιστική ένδεια, γιατί δεν υπάρχει εκ μέρους της πολιτείας μια αγωνιώδης προσπάθεια να αναδειχτούν και να στηριχτούν οι τέχνες και οι φορείς της, αλλά, αντίθετα, αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι της τέχνης ως βαρίδια, ως ανειδίκευτοι χομπίστες που βολεύονται με την ελεημοσύνη του κράτους. Δε θα πω περισσότερα – έχουν ειπωθεί καλύτερα από άλλους. Το βασικό πολιτικό – πολιτιστικό δίλημμα είναι το εξής: στηρίζεις τον πολιτισμό, την παιδεία και την αφύπνιση των πολλών ή στοχεύεις στην αποχαύνωσή τους για να μη σηκώνουν κεφάλι; Επιδιώκεις, δηλαδή, να έχεις ως ακροατήριό σου ανθρώπους με επίπεδο, που έχουν κρίση και κρίνουν ή ανίδεους χειροκροτητές, που άγονται και φέρονται; Θες να τραγουδιέται η μελοποιημένη ποίηση ή τα απολιτίκ δίποδα να κομπάζουν για την αμορφωσιά τους και να εξαντλούν τη σχέση τους με το τραγούδι και τη μουσική στα τσιφτετέλια και στα πανηγυριώτικα κλαρίνα με έκο; Τι κάνουμε, λοιπόν, από τη μεριά μας; Καταδεικνύουμε το κακόγουστο και προσπαθούμε να αναδείξουμε ότι ελευθερώνει το μυαλό. Οφείλουμε για τούτο να παράγουμε το καλύτερο που μπορούμε. Θέλει πολλή δουλειά και εγρήγορση. Πρώτοι οι φορείς του πολιτισμού με τη στάση και τη δουλειά μας να δίνουμε το παράδειγμα και να παρεμβαίνουμε στα πράγματα, μη αναλογιζόμενοι το προσωπικό κόστος. Δε μπορεί να είμαστε «και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ». Προσωπικά, δε μπορώ να κρύψω την απέχθειά μου στην ευτέλεια – αυτός είναι και ο λόγος που δεν συμμετέχω σε εκπομπές κόντρα στη δική μου αισθητική και παρά το οικονομικό κόστος σε δύσκολες εποχές.

Τ.Β. Το 2020, κυκλοφόρησε το cd σας: “GREEK CINEMA MUSIC FOR CLASSICAL GUITAR” το οποίο περιλαμβάνει δικές σας διασκευές σε γνωστά θέματα κινηματογραφικής μουσικής.Πώς προέκυψε αυτή σας η πρωτοβουλία; Mε ποια κριτήρια επιλέξατε τα έργα του cd;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Γενικά, οι συλλογές μου προκύπτουν, πλέον, ως καταγραφή των συναυλιακών κιθαριστικών πεπραγμένων μου και όχι ως ένας επιβεβλημένος κρίκος μιας δισκογραφικής ρουτίνας.

Στο συγκεκριμένο cd, λοιπόν, κατέγραψα κάποια από τα κομμάτια που παρουσιάζω στη σειρά ρεσιτάλ μου με τον τίτλο: «Ελληνική μουσική σε έξι χορδές» όπου ένα μέρος του αποτελείται από αγαπημένα μου κινηματογραφικά θέματα. Επέλεξα, λοιπόν, τις πιο πετυχημένες, κατά τη γνώμη μου, διασκευές, κι αυτές που με ευχαριστούσαν περισσότερο. Δεν αγνόησα τη διεθνή τους αναγνωρισιμότητα, γιατί έτσι δίνεται η ευκαιρία να ανακαλύψουν τη δουλειά σου καινούργιοι ακροατές, όπως έγινε π.χ. με την κιθαριστική απόδοση του μουσικού θέματος από την ταινία “Serpico” του Θεοδωράκη, που έχει εντυπωσιακά πολλά -για τα δικά μου δεδομένα- streams στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Τ.Β. Tι τεχνικές ή άλλες δυσκολίες έχει η διασκευή έργων για κλασική κιθάρα;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Άλλα κομμάτια προσφέρονται περισσότερο για κιθαριστική διασκευή και άλλα σε προκαλούν να τα φέρεις στα μέτρα του οργάνου χωρίς εκπτώσεις. Καταρχάς, δεν πρέπει να προδώσεις την αισθητική του εκάστοτε συνθέτη. Έχει διαφορές ο Ζαμπέτας από τον Χιώτη και ο Θεοδωράκης από τον Χατζιδάκι ή τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Προσπαθώ να αποδώσω αυτές τις διαφορές, ακόμη και χρησιμοποιώντας διαφορετικό όργανο, και γι’ αυτό το λόγο, στα ρεσιτάλ μου έχω δύο κιθάρες, μια με πιο ογκώδη ήχο και μια πιο λυρική. Τις περισσότερες φορές λειτουργώ, τροποντινά, ως ενορχηστρωτής επιδιώκοντας την ψευδαίσθηση ενός ευρύτερου μουσικού συνόλου. Κάποια παραδείγματα από την καινούργια μου συλλογή «Ανθολογία»:

  • Στη «Νύχτα» του Ξαρχάκου, επέλεξα στο ρεφρέν να ακούγεται η μελωδία στην 4η, μιμούμενος, όσο γίνεται, την alto φωνή της Μοσχολιού, ενόσω, στα καντίνια ακούγεται το εμμονικό αντίθεμα των μπουζουκιών. Εδώ η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τα αυτιά μας εστιάζουν στη μελωδία στις ψηλότερες νότες. Εδώ, προκειμένου να ακουστεί η μελωδία του τραγουδιού, όφειλα να αποσπάσω την προσοχή του ακροατή από την ψηλή περιοχή με τα επίμονα όγδοα, στη μεσαία. Αρχικά είχα ακριβή μεταφορά αυτού του «μπουζουκίστικου» ostinato, τελικά, όμως, επέλεξα να κόβω το πρώτο όγδοο κάθε φράσης του ostinato, ακριβώς για να οδηγήσω το αυτί από την ψηλότερη περιοχή στην χαμηλότερη, δηλαδή από το αντίθεμα των μπουζουκιών, στην «Μοσχολιού» της 4ης χορδής (κάπως σαν την Etude 11 του Villa-Lobos).
  • Στο «Ζηλεύει η νύχτα» του Περίδη, η λογική είναι, κι εδώ, αναγκαστικά, αντιστικτική. Πέραν, όμως, της αντίστιξης του χαρακτηριστικού εναρκτήριου riff της ηλεκτρικής κιθάρας με τη μελωδία της φωνής, θέλησα να ακούγονται και τα κατοπινά συνοδευτικά θέματα της marimba. Ενέταξα, επίσης, κι ένα μέρος που μοιάζει αυτοσχεδιαστικό. Όλα αυτά, γιατί η εξέλιξη του τραγουδιού, όπως το γνωρίσαμε, στηρίζεται στις ενορχηστρωτικές του διαφοροποιήσεις, από την muted κιθάρα της αρχής μέχρι το full band με τον αυτοσχεδιασμό του σαξοφώνου.
  • Στο «Ματωμένο φεγγάρι», χρησιμοποιώ, κι εδώ, το τρέμολο του i, για να αποδώσω το τρέμολο των μπουζουκιών. Το ίδιο και στην «Γειτονιά των αγγέλων», όπου, επιπλέον, μιμούμαι το τσελίστικο sul pont. tremolando με το τρέμολο με νύχι του p. Στο ίδιο κομμάτι κατεβάζω την 6η σε ρε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, για να ακουστεί το “χασαποσέρβικο” σε Ρε ελάσσονα, όπως του πρέπει.
  • Αντίστοιχα στην προηγούμενη συλλογή μου με τα κινηματογραφικά, για να αποδοθεί η επική αισθητική του Παπαθανασίου στο Chariots of Fire, κούρδισα εντελώς αντισυμβατικά το όργανο και έπαιξα με μια κιθάρα που μπορούσε να ανταποκριθεί στο κατέβασμα ενάμιση τόνου της 1ης και της 6ης χορδής.​

Τ.Β. Οι συνθήκες της πανδημίας, επηρέασαν τα καλλιτεχνικά σας σχέδια;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Όπως σε όλους. Πήγαν στις καλένδες οι συναυλίες, τα πρώτα ρεσιτάλ «Ελληνικής μουσικής σε έξι χορδές» στο εξωτερικό και η συνεργασία, για πρώτη φορά με ξένους καλλιτέχνες. Από την άλλη βρέθηκε ο χρόνος και τελείωσα γρηγορότερα και με ηρεμία το cd «Ανθολογία», που θα κυκλοφορήσει από το «Όγδοο» τις επόμενες εβδομάδες. Έγραψα, τέλος, αρκετά καινούρια τραγούδια και ολοκλήρωσα δισκογραφικές παραγωγές άλλων δημιουργών, που εκκρεμούσαν για πολύ καιρό (ως παραγωγός).

Τ.Β. H περίοδος της «καραντίνας» μαζί με τις «απειλές», νομίζετε ότι δημιούργησε και κάποιες ευκαιρίες;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Πιθανολογώ για τις εταιρείες που παράγουν μάσκες, εμβόλια και τεστ, ήταν μια καλή ευκαιρία για να αυξήσουν τα κέρδη τους. Για τους καλλιτέχνες, είναι μια περίοδος μακριά από την τρέλα των ταξιδιών και των συναυλιών. Αυτό, για όσους έχουν έμπνευση και δυνατότητα, ήταν μια ευκαιρία για ηχογραφήσεις και δημιουργία καινούργιου υλικού. Για τα τηλεοπτικά κανάλια ήταν η κατάλληλη στιγμή να πιέσουν στα εργασιακά ζητήματα τους μουσικούς και να αδράξουν την ευκαιρία για άνοδο της τηλεθέασής τους, λόγω της έλλειψης «ζωντανών» εμφανίσεων.

Τ.Β. Tι σας έχει λείψει περισσότερο στη δύσκολη συνθήκη μιας ζωής υπό περιορισμούς;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Οι συναυλίες, σίγουρα, αλλά και όλα αυτά που σε κανονικές συνθήκες μας κάνουν και βαρυγκωμούμε, δηλ. οι πρόβες, τα ταξίδια κλπ. Δεν είμαι άνθρωπος που θα βγω συχνά για διασκέδαση, αλλά ένα κρασί σε κάποιο ταβερνάκι και οι οικογενειακές μαζώξεις με φίλους στα σπίτια, είναι πράματα που μου λείπουν.

Τ.Β. Ποια είναι τα καλλιτεχνικά σας σχέδια, όταν επιστρέψουμε στην περίφημη «κανονικότητα»;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Να γίνουν, καταρχάς, αυτά που σταμάτησαν λόγω των συνθηκών και να ξαναβρεθώ επί σκηνής με τους συνεργάτες μου. Όπως προανέφερα, έρχεται σε λίγες μέρες η κυκλοφορία του καινούργιου cd με τον τίτλο «Ανθολογία για κιθάρα» με δέκα κιθαριστικές αποδόσεις της μουσικής των Σαββόπουλου, Περίδη, Λεοντή, Λοΐζου, Ζαμπέτα, Χιώτη, Ξαρχάκου και Θεοδωράκη και θα ήθελα μια καλή παρουσίαση με κόσμο. Πιθανόν, σε αυτήν την παρουσίαση να καλέσω κάποιον ή κάποιους κιθαριστές που εκτιμώ για να παίξουμε μαζί τα δύο κομμάτια που είναι γραμμένα για δύο κιθάρες. Παρεμπιπτόντως, είναι η πρώτη φορά (πιθανόν και η τελευταία) στη δισκογραφία μου, που έχω διασκευές για δυο κιθάρες (με διπλή εγγραφή) κάτι που είχα ξανακάνει, μόνο στην Valse διασκευή μου στο “Astradeni” του Μιχάλη Κουμπιού. Στην «Ανθολογία» το κάνω στα κομμάτια «Τι έπαιξα στο Λαύριο» του Δ. Σαββόπουλου – σε ένα πάντρεμα με το πρώτο πρελούδιο σε Ντο μείζονα του J.S.Bach (BWV846) – και στο «Για που το ‘βαλες, καρδιά μου» του Ορφέα Περίδη. Βασικά, όμως, συναυλίες και παρουσιάσεις είναι αυτά που απαιτούν «κανονικότητα». Τα άλλα, προχωρούν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Πέραν αυτών, κάθε μέρα θεωρώ ότι οφείλουμε να προσπαθούμε να βάλουμε ένα μικρό λιθαράκι για να γίνει καλύτερος και μελωδικότερος ο κόσμος.

Τ.Β. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι, το οποίο θεωρείτε ως σημαντικό και δεν σας έδωσα την ευκαιρία;

Μανόλης Ανδρουλιδάκης: Να σας ευχαριστήσω και να ευχηθώ το TAR να συνεχίσει να αποτελεί μια δυναμική εστία πολιτισμού, που θα μας συντροφεύει για πολλά χρόνια.

Πηγή: tar.gr